σάλτο

το, Ν
1. άλμα, πήδημα, σαλτάρισμα
2. φρ. «σάλτο μορτάλε»
α) επικίνδυνη ακροβατική επίδειξη σε τσίρκο
β) συνεκδ. παράτολμη και επικίνδυνη ενέργεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. salto «πήδημα» < λατ. saltus «άλμα» < λατ. salio «πηδώ»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάλτο — σάλτο, το και σάλτος, ο (λ. ιταλ.) 1. πήδημα: Το λιοντάρι με ένα σάλτο έφτασε το θύμα του. 2. «Σάλτο μορτάλε», πήδημα θανάτου, παρατολμία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ουρουγουάη — Κράτος της νοτίου Αμερικής. Συνορεύει Β και Α με τη Βραζιλία, Δ με την Αργεντινή. Βρέχεται Ν από τον Ατλαντικό ωκεανό.Η επίσημη ονομασία του κράτους, Ανατολική Δημοκρατία της Ο., οφείλεται στο γεγονός ότι κατά την εποχή της αποικιοκρατίας, η… …   Dictionary of Greek

  • σάλτος — ο, Ν σάλτο, πήδος, πήδημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάλτο κατά τα αρσ.] …   Dictionary of Greek

  • Ιγκουασού — (Iguassu). Ποταμός (1.320 χλμ.) της νότιας Βραζιλίας. Πηγάζει από τις πλαγιές του όρους Σιέρα ντι Μαρ. Αφού διασχίσει 700 χλμ. στα Δ, ενώνεται με τον ποταμό Παρανά κοντά στα σύνορα της Αργεντινής. Ο ποταμός σχηματίζει τους περίφημους καταρράκτες… …   Dictionary of Greek

  • σαλτάρω — και σαλτέρνω Ν 1. (αμτβ.) τινάζω το σώμα μου σε απόσταση για να αποφύγω ένα εμπόδιο, πηδώ ψηλά, αναπηδώ 2. συνεκδ. κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα 3. μτφ. τρελαίνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. saltare «πηδώ» (βλ. και σάλτο)] …   Dictionary of Greek

  • σαλταρέλο — το, Ν γοργός και ζωηρός ιταλικός χορός που άνθησε τον 15ο και τον 16ο αιώνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. saltarello < saltare «πηδώ» (< λατ. salto «χορεύω», βλ. και σάλτο)] …   Dictionary of Greek

  • Βενεζουέλα — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Στα Β βρέχεται από την Καραϊβική θάλασσα και από τον Ατλαντικό ωκεανό, Δ συνορεύει με την Κολομβία, Ν με τη Βραζιλία και Α με τη Γουιάνα.Η Β. έχει καλά καθορισμένα σύνορα. Μόνο τα σύνορα με τη Γουιάνα αμφισβητούνται από …   Dictionary of Greek

  • Ουρουγουάης — (Uruguay). Ποταμός (1.650 χλμ.) της Νότιας Αμερικής, παραπόταμος του Ρίο ντε λα Πλάτα. Σχηματίζεται από τη συμβολή διάφορων ποτάμιων βραχιόνων που προέρχονται από τη Σέρα Ζεράλ στη νότιο Βραζιλία (ομόσπονδη πολιτεία Σάντα Καταρίνα), και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.